- Αρχική
- Νομικά άρθρα
- Τράπεζα
- Έλεγχος καταχώρισης στη SCHUFA: πότε μπορεί να ζητηθεί διαγραφή
Οι αρνητικές καταχωρίσεις σε γραφεία πιστοληπτικής ενημέρωσης μπορούν να δυσχεράνουν δάνεια, μισθωτήρια και συμβόλαια κινητής τηλεφωνίας. Μια επισκόπηση του πώς ελέγχονται οι καταχωρίσεις και πότε είναι δυνατή η διαγραφή.
Είτε πρόκειται για καταναλωτικό δάνειο, είτε για αναζήτηση κατοικίας, είτε για νέο συμβόλαιο κινητής – σε πολλές περιπτώσεις οι επιχειρήσεις ζητούν πιστοληπτική ενημέρωση. Μια αρνητική καταχώριση σε ένα γραφείο πιστοληπτικής ενημέρωσης, όπως η SCHUFA, μπορεί να οδηγήσει στην απόρριψη συμβάσεων ή στην προσφορά τους μόνο με δυσμενέστερους όρους.
Δεν είναι ωστόσο κάθε καταχώριση ουσιαστικά ορθή ή νομικά επιτρεπτή. Οι θιγόμενοι έχουν, κατά τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (ΓΚΠΔ/DSGVO), διάφορα δικαιώματα, με τα οποία μπορούν να λάβουν γνώση των αποθηκευμένων δεδομένων, να τα διορθώσουν και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να ζητήσουν τη διαγραφή τους.
Πρώτο βήμα: πληροφόρηση για τα αποθηκευμένα δεδομένα
Πριν εξεταστεί μια διαγραφή, θα πρέπει να είναι γνωστό ποια δεδομένα είναι εν γένει αποθηκευμένα. Κατά το άρθρο 15 ΓΚΠΔ, οι θιγόμενοι μπορούν να ζητήσουν από κάθε γραφείο πιστοληπτικής ενημέρωσης πληροφόρηση για τα δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία και τους αφορούν. Σε αυτήν ανήκει και η πληροφορία για το από πού προέρχονται τα δεδομένα και σε ποιους διαβιβάστηκαν.
Το αντίγραφο αυτό των δεδομένων είναι κατ' αρχήν δωρεάν. Πρέπει να διακρίνεται από τις επί πληρωμή βεβαιώσεις πιστοληπτικής ικανότητας, τις οποίες τα γραφεία προσφέρουν π.χ. για προσκόμιση σε εκμισθωτές. Για τον δικό σας έλεγχο αρκεί κατά κανόνα η δωρεάν πληροφόρηση κατά τον ΓΚΠΔ.
Σε τι πρέπει να προσέξετε κατά τον έλεγχο
Όταν λάβετε την πληροφόρηση, αξίζει μια προσεκτική ματιά σε κάθε επιμέρους καταχώριση. Τυπικά ερωτήματα είναι:
- Είναι ορθά τα προσωπικά στοιχεία ή υπάρχει ενδεχομένως σύγχυση με άλλο πρόσωπο;
- Υφίσταται πράγματι η δηλωθείσα απαίτηση και εκκρεμεί στο ύψος που αναφέρεται;
- Σημειώθηκε ως διευθετημένη μια απαίτηση που έχει ήδη εξοφληθεί;
- Είχε αμφισβητηθεί η απαίτηση πριν από τη δήλωσή της;
- Έχει ήδη παρέλθει η προθεσμία αποθήκευσης που ισχύει για την καταχώριση;
Για τη δήλωση εκκρεμών απαιτήσεων ισχύουν νομικές προϋποθέσεις. Κατά κανόνα, μια απαίτηση επιτρέπεται να δηλωθεί μόνο εφόσον, π.χ., έχει διαπιστωθεί δικαστικά ή αναγνωριστεί, ή εφόσον ο θιγόμενος οχλήθηκε εγγράφως επανειλημμένα μετά το ληξιπρόθεσμο, ενημερώθηκε για την πιθανή δήλωση και δεν αμφισβήτησε την απαίτηση. Αν αυτά ελλείπουν, η καταχώριση μπορεί να είναι μη επιτρεπτή.
Διόρθωση και διαγραφή κατά τον ΓΚΠΔ
Αν τα δεδομένα είναι ανακριβή, υφίσταται κατά το άρθρο 16 ΓΚΠΔ αξίωση διόρθωσης. Το άρθρο 17 ΓΚΠΔ παρέχει επιπλέον αξίωση διαγραφής, όταν τα δεδομένα, για παράδειγμα, δεν είναι πλέον απαραίτητα για τον σκοπό για τον οποίο αποθηκεύτηκαν ή όταν υποβλήθηκαν εξαρχής σε παράνομη επεξεργασία.
Ούτε οι νομίμως δηλωθείσες καταχωρίσεις αποθηκεύονται για πάντα. Τα γραφεία πιστοληπτικής ενημέρωσης διαγράφουν τις διευθετημένες καταχωρίσεις μετά την πάροδο ορισμένων προθεσμιών, οι οποίες προκύπτουν ιδίως από κλαδικούς κώδικες δεοντολογίας. Οι προθεσμίες αυτές συντομεύθηκαν εν μέρει τα τελευταία χρόνια και εξαρτώνται από το είδος της καταχώρισης. Το αν στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί να ζητηθεί πρόωρη διαγραφή είναι ζήτημα στάθμισης μεταξύ των συμφερόντων του υποκειμένου των δεδομένων και του πληροφοριακού συμφέροντος των συναλλαγών.
Πώς να ενεργήσετε σε εσφαλμένες καταχωρίσεις
Όποιος θεωρεί μια καταχώριση εσφαλμένη ή μη επιτρεπτή θα πρέπει να απευθυνθεί εγγράφως στο γραφείο πιστοληπτικής ενημέρωσης, να κατονομάσει συγκεκριμένα το σφάλμα και να επισυνάψει τα διαθέσιμα αποδεικτικά – π.χ. αποδείξεις πληρωμής ή επιστολές με τις οποίες αμφισβητήθηκε η απαίτηση. Συχνά είναι σκόπιμο να απευθυνθείτε ταυτόχρονα και στην επιχείρηση που έκανε τη δήλωση, καθώς αυτή μπορεί να την ανακαλέσει.
Κατά τη διάρκεια του ελέγχου μπορεί, κατά το άρθρο 18 ΓΚΠΔ, να ζητηθεί ο περιορισμός της επεξεργασίας των αμφισβητούμενων δεδομένων. Αν δεν υπάρξει αντίδραση ή αν η διόρθωση απορριφθεί, μπορούν να εξεταστούν μια καταγγελία στην αρμόδια αρχή προστασίας δεδομένων, καθώς και η δικαστική ικανοποίηση των αξιώσεων. Σε παράνομες καταχωρίσεις μπορεί επιπλέον να εξεταστεί αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρο 82 ΓΚΠΔ· το αν και σε ποιο ύψος υφίσταται τέτοια αξίωση εξαρτάται από την κάθε περίπτωση.
Συμπέρασμα
Μια αρνητική καταχώριση δεν χρειάζεται να γίνει δεκτή χωρίς έλεγχο. Ο ΓΚΠΔ δίνει στους θιγόμενους αποτελεσματικά εργαλεία για να λάβουν γνώση των αποθηκευμένων δεδομένων και να ζητήσουν τη διόρθωση σφαλμάτων. Το αν μια καταχώριση πρέπει να διαγραφεί κρίνεται από το αν η δήλωση ήταν επιτρεπτή, αν τα δεδομένα είναι ορθά και αν έχουν παρέλθει οι σχετικές προθεσμίες αποθήκευσης. Βάση γι' αυτό είναι ένας επιμελής έλεγχος των εγγράφων.
Συχνές ερωτήσεις
Το δικαίωμα πρόσβασης κατά το άρθρο 15 ΓΚΠΔ δεν περιορίζεται σε ένα μόνο αίτημα. Σε προδήλως αβάσιμα ή συχνά επαναλαμβανόμενα αιτήματα το γραφείο μπορεί ωστόσο να ζητήσει εύλογο τέλος ή να αρνηθεί την πληροφόρηση. Μια αναζήτηση σε εύλογα χρονικά διαστήματα είναι κατά κανόνα χωρίς πρόβλημα.
Κατά κανόνα όχι αμέσως. Η καταχώριση σημειώνεται αρχικά ως διευθετημένη και παραμένει αποθηκευμένη μέχρι την πάροδο της προθεσμίας που ισχύει γι' αυτήν. Αν όμως η δήλωση ήταν εξαρχής μη επιτρεπτή, μπορεί, ανεξάρτητα από αυτό, να υφίσταται αξίωση διαγραφής.
Συχνά είναι σκόπιμο να απευθυνθείτε και στους δύο. Το γραφείο είναι υπεύθυνο για την αποθήκευση, ενώ η επιχείρηση που έκανε τη δήλωση για την ορθότητά της. Αν η επιχείρηση ανακαλέσει τη δήλωσή της, η καταχώριση κατά κανόνα απομακρύνεται.
Σχετικές υπηρεσίες
