Όποιος ζητεί από μια τράπεζα, έναν σύμβουλο επενδύσεων ή έναν χρηματοοικονομικό διαμεσολαβητή συμβουλές για μια επένδυση, δικαιούται να αναμένει μια σύσταση που ταιριάζει στη δική του κατάσταση. Νομικά, συχνά καταρτίζεται στο πλαίσιο αυτό σύμβαση παροχής συμβουλών – ακόμη και χωρίς ρητή συμφωνία και ανεξάρτητα από το αν καταβλήθηκε ιδιαίτερη αμοιβή για τη συμβουλευτική.
Από τη σύμβαση αυτή απορρέουν υποχρεώσεις. Η συμβουλευτική πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στον επενδυτή, δηλαδή να λαμβάνει υπόψη τους επενδυτικούς σας στόχους, τη διάθεσή σας για ανάληψη κινδύνου, την οικονομική σας κατάσταση και τις εμπειρίες σας. Πρέπει επιπλέον να είναι προσαρμοσμένη στο προϊόν: για τα ουσιώδη χαρακτηριστικά και τους κινδύνους του προτεινόμενου προϊόντος πρέπει να παρέχεται ορθή, πλήρης και κατανοητή ενημέρωση – π.χ. για τον κίνδυνο ζημίας, τη μακρά δέσμευση του κεφαλαίου ή την περιορισμένη εμπορευσιμότητα. Ανάλογα με την περίπτωση, πρέπει να γίνεται ενημέρωση και για τις προμήθειες και τις επιστροφές αμοιβών που λαμβάνει ο σύμβουλος για τη σύστασή του.
Δεν είναι κάθε ζημία συνέπεια εσφαλμένης συμβουλευτικής· τον κίνδυνο διακύμανσης των τιμών τον φέρει κατ' αρχήν ο επενδυτής. Αν όμως παραβιάστηκαν υποχρεώσεις, μπορεί να τεθεί αξίωση αποζημίωσης, η οποία συχνά κατατείνει στην αναστροφή της επένδυσης. Το αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και αν μπορούν να αποδειχθούν σε περίπτωση δικαστικής διαφοράς εξαρτάται από την κάθε περίπτωση και από τα διαθέσιμα έγγραφα. Επειδή οι αξιώσεις μπορεί να παραγραφούν, ένας έγκαιρος έλεγχος είναι σκόπιμος.